Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Το λειόκαννο όπλο ως μέσο αυτοάμυνας;


Το λειόκαννο όπλο ως μέσο αυτοάμυνας;

Του Βαγγέλη Ντούσικου

Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα τον τελευταίο χρόνο οι κάθε λογής ληστείες, κλοπές και διαρρήξεις έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας του απλού πολίτη. Καθημερινά στα δελτία ειδήσεων βλέπουμε διαρρήξεις σπιτιών με συναγερμό που είτε απομονώνεται είτε ο χρόνος αντίδρασης είναι αρκετά μεγάλος για να προληφθεί το έγκλημα. Ειδικά οι περιπτώσεις διάρρηξης με τους ενοίκους - ιδιαίτερα ηλικιωμένους - να κοιμούνται μέσα στο σπίτι ή να καταλήγουν να βρεθούν πρόσωπο με πρόσωπο με τους κακοποιούς, είναι μία μορφή παραβατικότητας που εξαπλώνεται και οι εγκληματίες έχουν αποθρασυνθεί. Η αστυνομία δεν μπορεί, φυσικά, να βρίσκεται παντού για να αντιμετωπίσει όλα τα περιστατικά και έτσι ο πολίτης αναγκάζεται να αυτοπροστατευθεί με οποιοδήποτε μέσο τού επιτρέπει ο νόμος. Ένα σύστημα συναγερμού είναι η αυτονόητη πρώτη γραμμή άμυνας, η οποία όμως λειτουργεί περισσότερο αποτρεπτικά, προειδοποιεί δηλαδή τους διαρρήκτες ότι το σπίτι δεν είναι ανοχύρωτο και ότι η όποια απόπειρά τους να παραβιάσουν το χώρο μας θα γίνει αμέσως αντιληπτή. Ωστόσο, αν τελικά γίνει παραβίαση (είτε διότι ο συναγερμός δεν λειτούργησε είτε γιατί ο κακοποιός κατάφερε να τον απενεργοποιήσει είτε γιατί δεν υπάρχει συναγερμός) και εντοπίσουμε τους εισβολείς την ώρα της διάρρηξης, το ένστικτο της επιβίωσης και φυσικά της παροχής ασφάλειας στην οικογένειά μας θα μας οδηγήσει να αντιδράσουμε εκείνη τη δεδομένη στιγμή για να υπερασπιστούμε αυτά που μας ανήκουν. Σε μία τέτοια περίπτωση, το λειόκαννο τουφέκι θα μπορούσε, υπό αυστηρές προϋποθέσεις τις οποίες τονίζουμε ιδιαίτερα στο παρόν άρθρο, να γίνει ένας αποτελεσματικός τρόπος άμυνας απέναντι στον εισβολέα. Είναι αυτό που μπορεί να προσφέρει την (πιθανώς λανθασμένη, αν δεν τηρηθούν οι προϋποθέσεις που αναλύουμε) αυτοπεποίθηση ότι η κατοχή του εξασφαλίζει την απόλυτη λύση απέναντι σε εγκληματίες εισβολείς.

Ο βασιλιάς των όπλων

Ο βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο βασιλιάς! Κυριολεκτικά, αυτή είναι η μόνη φράση που ταιριάζει στο βασιλιά των όπλων, το λειόκαννο! Έγιναν πάμπολλες προσπάθειες με αναρίθμητες δικαιολογίες για να εξοστρακιστεί από τη θέση του, να παραγκωνιστεί, να αντικατασταθεί προσωρινά χάριν της νέας τεχνολογίας και των «πλεονεκτημάτων» διαφορετικών όπλων για να κάνει την επανεμφάνισή του πανηγυρικά και να δηλώνει πανταχού παρόν και έτοιμο να αντιμετωπίσει και να φανεί χρήσιμο σε οποιαδήποτε εφαρμογή-χρήση του ζητηθεί. 

Το λειόκαννο αποτελεί το πρωταρχικό, πρωτότυπο είδος όπλου χειρός (ουσιαστικά, μία μικρογραφία κανονιού). Η ανάγκη για μεγαλύτερη απόκρυψη και ευκολότερη φορητότητα ήταν που δημιούργησε τις γνωστές μας πιστόλες. Όλα τα είδη φορητού οπλισμού (τυφέκια, πιστόλια, περίστροφα) προέρχονται από το λειόκαννο όπλο ως εξελίξεις του ανά τους αιώνες για την κάλυψη διαφορετικών αναγκών. Ιστορικά, υπάρχουν αναφορές για πειραματικά λειόκαννα από τον 13ο αιώνα. Επίσημα, η εταιρεία Beretta διαφημίζεται ως ο παλαιότερος κατασκευαστής όπλων από το 1500, όπου αναφέρεται η κατασκευή και προμήθεια όπλων και ανταλλακτικών στο στρατό των τότε κρατών–πόλεων.

Τα λειόκαννα τυφέκια έχουν πάρει μέρος σε όλους τους πολέμους και τις ένοπλες συγκρούσεις από την πρώτη εμφάνισή τους μέχρι σήμερα σε διάφορες μορφές, είτε ως επίσημα χορηγούμενο όπλο στρατού είτε ως πιο προσιτό και ευκολότερα διαθέσιμο στον απλό λαό που αντιστεκόταν στους κατακτητές. Μάλιστα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, γνωστό ως «πόλεμο των χαρακωμάτων», ήταν τέτοια η αποτελεσματικότητά τους ώστε οι Γερμανοί προσπάθησαν να απαγορεύσουν τη χρήση τους, καταγγέλλοντας επίσημα τον Αμερικανικό Στρατό που τα χρησιμοποιούσε, για εγκλήματα πολέμου. Και θα το κατόρθωναν, αν δεν έκαναν το λάθος να κάνουν λόγο για μολυβένια βλήματα στην καταγγελία τους, ενώ αυτά που χρησιμοποιούσαν οι Αμερικάνοι είχαν ορειχάλκινη επίστρωση.

Σήμερα, τα λειόκαννα υπηρετούν καθημερινά στα χέρια των στρατιωτών στα πεδία μάχης του Αφγανιστάν και στο Ιράκ, σε πλοία και ταχύπλοα του Ναυτικού - Λιμενικού όσο και κατά της εγκληματικότητας στα χέρια των αστυνομικών πολλών χωρών, ιδιαίτερα στις Η.Π.Α. Τέτοιου είδους όπλα βρίσκονται εν υπηρεσία όλο το 24ωρο μέσα σε περιπολικά, πλοία και ελικόπτερα και αποδεικνύουν καθημερινά αυτό που είπαμε στην αρχή του άρθρου, ότι όσο και αν προσπαθούν να τα αντικαταστήσουν με κάποια πρόταση νεότερης τεχνολογίας τόσο αυτά θα επιστρέφουν δριμύτερα καλύπτοντας τον πολλαπλό τους ρόλο. Ακόμα και στην καινούργια μάστιγα της πειρατείας από Σομαλούς στην Αραβική θάλασσα και στον Ινδικό Ωκεανό, τα λειόκαννα έχουν κυρίαρχη θέση στα καράβια που επανδρώνονται με προσωπικό σεκιούριτι, προσφέροντας αναντικατάστατες υπηρεσίες ζωτικής σημασίας, στις οποίες άλλα σύγχρονα όπλα διαμετρήματος 5.56x45 μειονεκτούν καθολικά (ένα μεγάλο θέμα που ίσως μας δοθεί η ευκαιρία να καλύψουμε εκτενέστερα σε ξεχωριστό άρθρο, σε κάποιο από τα επόμενα τεύχη). Με δυο λόγια, μιλάμε για ένα όπλο που έχει δοκιμαστεί σε όλες τις συνθήκες και έχει αποδείξει την αξία του σε όλα τα σενάρια χρήσης.

Ποια είναι τα λειόκαννα όπλα

Ποια είναι λοιπόν τα λειόκαννα τυφέκια που λανθασμένα στη χώρα μας ονομάστηκαν και ταυτοποιήθηκαν με τα «κυνηγετικά», τόσο από την πλευρά του νομοθέτη όσο και στη διαδικασία αγοράς και χρήσης τους; Όπως ορίζει το άρθρο 1 παρ. β του νόμου 2168/93 (ΦΕΚ 147/Α/3-9-93) περί όπλων και εκρηκτικών: Κυνηγετικά όπλα είναι τα επωμιζόμενα μονόκαννα και δίκαννα, επαναληπτικά και ημιαυτόματα όπλα, που έχουν το εσωτερικό της κάνης τους λείο και όχι ραβδωτό, μήκος κάννης τουλάχιστον πενήντα εκατοστών του μέτρου και συνολικό μήκος τουλάχιστον ενός μέτρου, σταθερό, μη πτυσσόμενο κοντάκι, λειτουργούν με δύναμη πού παράγεται από την καύση πυρίτιδας, προορίζονται αποκλειστικά και μόνο για την άσκηση θήρας ή εξάσκηση στη σκοποβολή, φέρουν συνολικά μέχρι τρία φυσίγγια και δεν δύναται να δεχθούν περισσότερα από τρία φυσίγγια. Τα όπλα αυτά κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες, τις Α' και Β'. Στην κατηγορία Α' υπάγονται όσα έχουν κάννη μήκους μέχρι 60 εκατοστών και στην κατηγορία Β' τα λοιπά κυνηγετικά όπλα, στα οποία περιλαμβάνονται και λειόκαννα μικρού διαμετρήματος, τύπου Flobert.

Όπως παρατηρείτε, πουθενά ο νόμος δεν χρησιμοποιεί την ελληνική πατροπαράδοτη ονομασία «καραμπίνα». Σε όλες τις γλώσσες από τις οποίες δανειστήκαμε αυτό το όνομα, carbine σημαίνει μία πιο κοντή έκδοση ενός τυφεκίου μάχης που για λόγους άνεσης και φορητότητας χρησιμοποιείται από ειδικότητες που ίσως χρειάζονται μία τέτοια κοντύτερη έκδοση, π.χ. από αλεξιπτωτιστές ή από όσους δεν εμπλέκονται άμεσα στη μάχη με αυτά τα όπλα (οδηγούς οχημάτων και τεθωρακισμένων αρμάτων, υποστηρικτές πολυβολητών κ.λπ.). Δεν υπάρχει καταγεγραμμένη κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή που στην Ελλάδα το λειόκαννο ονομάστηκε καραμπίνα ή κυνηγετικό. Κατά την άποψη του γράφοντος, η ονομασία προήλθε πιθανότατα από το αμερικανικό M1 30 Carbine (γνωστότατο ως «καραμπινάκι») ή από το ιταλικό τυφέκιο Carcano M 1891 Cavalleria, γνωστό και ως αραβίδα. Και τα δύο όπλα ήρθαν στην Ελλάδα στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και κάποιοι, για να τα κρατήσουν στην κατοχή τους, τα μετέτρεψαν σε λειόκαννα "κυνηγετικά", αλλοιώνοντας τις ραβδώσεις στις κάννες και αλλάζοντας το διαμέτρημα. Αυτό αποτελούσε συνήθη πρακτική της εποχής ακόμα και για τον Γκρα, ώστε να μπορούν να βάλλουν φυσίγγια με σκάγια για κυνήγι.

Τις δεκαετίες που ακολούθησαν, η χρήση του λειόκαννου - κυνηγετικού εξαπλώθηκε τόσο ώστε η εικόνα αυτού του όπλου να είναι σήμερα από τις πλέον οικείες στη χώρα μας. Όλοι φέρνουμε στο μυαλό μας εικόνες του "παππού" ή του "μπαμπά" να το βαστούν γυρνώντας από κυνήγι ή να βρίσκεται κρεμασμένο στον τοίχο του πατρικού σπιτιού, στο χωριό. Και σίγουρα, το μεγαλύτερο ποσοστό των κατόχων αεροβόλων, έκανε με κάποιο λειόκαννο την πρώτη γνωριμία του και τα πρώτα βήματά του στον κόσμο των πραγματικών όπλων.

Οι δύο κλασικοί τύποι επαναληπτικών λειόκαννων τυφεκίων είναι:

* Το επαναληπτικό τυφέκιο με την κίνηση κλείστρου από τη σκανδαλοθήκη. Αυτό είναι το πασίγνωστο από τις ταινίες γουέστερν τουφέκι που χρησιμοποιούσαν οι "καουμπόιδες".
* Το θρυλικό επαναληπτικό λειόκαννο, το ευρύτερα γνωστό σε εμάς ως "χράπα-χρούπα" - ονομασία που του δόθηκε λόγω του θορύβου που παράγει η κίνηση όπλισης - και που οι πρωταγωνιστές των ταινιών δεν νοείται να μη χρησιμοποιούν και φυσικά δεν παραλείπουν ποτέ να ξαναγεμίσουν. Τόσο αυτοί όσο και οι αντίπαλοί τους το έχουν πάντα μαζί τους, ως το απόλυτο όπλο που θα τους «ξελασπώσει» από οποιαδήποτε δύσκολη κατάσταση και θα καθηλώσει τον οποιονδήποτε εχθρό.
Όπως λένε οι θιασώτες του, αυτός ο δεύτερος τύπος λειόκαννου όπλου δίνει στον κάτοχό του απόλυτη και αδιαμφισβήτητη κυριαρχία στο χώρο και μπορεί να πρωταγωνιστήσει σε όλα τα πιθανά σενάρια που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ένα όπλο. Και δεν έχουν άδικο: Είναι από τις λίγες φορές που η πραγματικότητα δεν απέχει πολύ από τον μύθο!

Ας δούμε αναλυτικά σε ποιες μορφές κατασκευάζεται το λειόκαννο όπλο. Όπως αναφέρει και ο ορισμός του στο νόμο, υπάρχουν:

* Τα μονόκαννα: Είναι τυφέκια τα οποία δεν έχουν αποθήκη για παραπάνω φυσίγγια και μόλις πυροδοτήσουν θα πρέπει να ανοίξει η κάννη από τη βάση για να επαναγεμίσουμε χειροκίνητα.
* Τα δίκαννα. Αυτά χωρίζονται σε πλαγιόκαννα και αλληλεπίθετα (τα γνωστά σούπερ ποζέ), με δυνατότητα να έχουν δύο σκανδάλες, ώστε να μπορούμε να διαλέξουμε ποια κάννη θα χρησιμοποιούμε για μακρινές ή κοντινές τουφεκιές.
* Τα ημιαυτόματα. Είναι οι γνωστές μας "καραμπίνες". Κάθε φορά που πυροδοτούμε, ο μηχανισμός τους επαναγεμίζει ένα φυσίγγιο στη θαλάμη, με αποθήκες 3 έως και 8 φυσιγγίων, ανάλογα με την έκδοση. Εδώ πρέπει να προσθέσουμε άλλη μια λανθασμένη ελληνική ορολογία. Ο κόσμος αναφέρεται σ' αυτό τον τύπο όπλου ως αυτόματο, κάτι που είναι λάθος. Ο ορισμός του αυτόματου όπλου είναι ότι με ένα σταθερό πάτημα της σκανδάλης μπορεί να αδειάσει όλη την αποθήκη των φυσιγγίων, αλλά όπως είπαμε παραπάνω, στη συγκεκριμένη κατηγορία όπλων δεν υφίσταται τέτοιος μηχανισμός.
* Τα επαναληπτικά. Είναι οι γνωστές «χράπα–χρούπα» ή καουμπόικες. Εχουν αποθήκη 3 έως 9 φυσιγγίων αλλά απαιτείται χειροκίνητη επαναγέμισή τους από το χειριστή.
* Τα πλήρως αυτόματα. Η χρήση τους είναι συγκεκριμένη και περιορισμένη. Δυνατότητα αγοράς αυτών των όπλων έχει μόνο ο στρατός και τα σώματα ασφαλείας.

Το επαναληπτικό λειόκαννο ("χράπα-χρούπα")

Στο παρόν άρθρο θα ασχοληθούμε περισσότερο με το επαναληπτικό λειόκαννο τουφέκι, τη θρυλική «χράπα–χρούπα» και το ρόλο της για αμυντική χρήση – αυτοάμυνα. Σχεδιαστής του ήταν ο Κρίστοφερ Μάινερ Σπένσερ, της εταιρείας Spencer Repeating Rifle, το 1882. Ακολούθησαν οι εταιρείες Ithaca και Winchester, το μοντέλο 1897 της οποίας έλαβε επίσημα μέρος στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1917. Το μοντέλο αυτό, μαζί με αυτό της Ithaca, εξακολουθούν να έχουν μεγάλη ζήτηση γιατί διαθέτουν ένα παλαιό κατασκευαστικό χαρακτηριστικό, το οποίο αφαιρέθηκε στα σύγχρονα όπλα χάριν της ασφαλούς χρήσης και της αποφυγής ατυχημάτων. Οι πρώτες γενιές δεν διέθεταν ασφάλεια απομόνωσης της σκανδάλης. Πρακτικά αυτά τα όπλα είναι γρηγορότερα, γιατί κρατώντας τη σκανδάλη πατημένη, πυροδοτούν κάθε φορά που η «πάπια» εισάγει καινούργιο φυσίγγιο στη θαλάμη.

Η χειροκίνητη λειτουργία του όπλου είναι αυτή που συνέβαλε τα μέγιστα στην αξιοπιστία του και στη θρυλική αναγνώρισή του και όχι άδικα. Απλή, άμεση και με τον χρήστη εν κινήσει, δίνει το μέγιστο της αξιοπιστίας που ζητά ο καθένας από ένα όπλο. Από τη στιγμή που πυροδοτούμε τραβάμε προς τα πίσω τον υποφυλακτήρα – «πάπια». Αυτός, κινούμενος σε ράγες, απασφαλίζει το κλείστρο μετακινώντας το προς τα πίσω, ενεργοποιούνται ο εξολκέας και ο εξωστήρας του κλείστρου για να εκκενώσουν την θαλάμη από το άδειο φυσίγγιο ενώ ταυτόχρονα η αποθήκη απελευθερώνει το νέο φυσίγγιο στη ράμπα της. Κινώντας την «πάπια» μπροστά, το νέο φυσίγγιο μεταφέρεται από τη ράμπα (ανεβαίνει) στη θαλάμη, ασφαλίζει το κλείστρο στη θέση του και στο τέλος της διαδρομής το όπλο είναι έτοιμο να πυροδοτήσει ξανά. Ο μηχανισμός είναι όσο πιο απλός γίνεται και δεν απαιτεί παρά το μίνιμουμ συντήρησης ενός όπλου. Όπως λένε οι Αμερικανοί, αυτό το όπλο είναι foolproof (αλάνθαστο, σίγουρο, με εγγυημένο αποτέλεσμα). Σ ένα τέτοιο όπλο μπορούμε να γεμίσουμε και να πυροδοτήσουμε απροβλημάτιστα εναλλαγές φυσιγγίων διαφορετικού βάρους και ισχύος κάτι που τα ημιαυτόματα τυφέκια δεν μπορούσαν να παρέχουν μόλις πριν λίγα χρόνια. Ακόμα και σήμερα, οι «εμπλοκές» μεταξύ διαφορετικών φυσιγγίων στα ημιαυτόματα είναι ένα πρόβλημα που δεν μπορεί εύκολα να αποφευχθεί και να μηδενιστεί, παρά μόνο να περιοριστεί σε ένα μίνιμουμ.

Διαθέσιμα πυρομαχικά

Τα διαθέσιμα πυρομαχικά είναι αναρίθμητα και ικανά να καλύψουν όλες τις ανάγκες οποιουδήποτε χρήστη. Ίσως αποτελεί το μοναδικό όπλο που έχει τέτοια ποικιλία πυρομαχικών. Υπάρχουν πάρα πολλά διαφορετικά διαμετρήματα αλλά εδώ θα επικεντρωθούμε στο γνωστό 12 Gauge, το οποίο δεν πρέπει να το μπερδεύουμε με τα γνωστά χιλιοστά διαμέτρου των ραβδωτών πυρομαχικών. Το όνομά του προέρχεται από τον τρόπο που κατηγοριοποιούσαν τα κανόνια εκείνης της περιόδου: 12 Gauge σημαίνει ότι το βάρος μίας μολύβδινης σφαίρας που χωράει στην εσωτερική διάμετρο της κάννης έχει βάρος 1/12 της λίβρας, δηλαδή ζυγίζει περίπου 38 γραμμάρια και έχει μήκος 0.729" (ίντσες). Οι παραλλαγές του σε ισχύ από το βασικό μήκος φυσιγγίου 2 ¾ της ίντσας με βάρος που ξεκινά από τα 24 γραμμάρια έως 40 γραμμάρια, τις 3 ίντσες το γνωστότατο Magnum έως 56 γραμμάρια άλλα και το νεότερο και ισχυρότερο Super Magnum στις 3 ½ ίντσες στα 64 γραμμάρια. 

Ξεκινώντας από τα μη πυρομαχικά LTH ammo (Less Than Lethal) δηλαδή μη θανατηφόρα, υπάρχουν πυρομαχικά για χρήση από στρατό και σώματα ασφαλείας σε διαδηλώσεις και για χειρισμό κρίσεων – εξεγερμένου πλήθους: βλήματα με τοξικά αέρια, βλήματα ανεξίτηλου χρωματισμού υπόπτων ή δραστών και βλήματα μονόβολα ή σκάγια από καουτσούκ. Παρά τον καθαρά κατασταλτικό χαρακτήρα τους, η ύπαρξη θανατηφόρων αποτελεσμάτων από τη χρήση τέτοιου είδους πυρομαχικών (βλήματα καουτσούκ), εντάσσει τα τελευταία σε μία «γκρίζα ζώνη». Το ίδιο «γκρίζα» και απαγορευμένη στην Ελλάδα είναι η εισαγωγή, διάθεση στην αγορά και χρήση από πολίτες τέτοιων πυρομαχικών, ως "μη κυνηγετικών". Εντελώς λανθασμένη είναι και αντίληψη ότι τα πλαστικά βλήματα δεν είναι θανατηφόρα. Κατ' αρχάς, να διευκρινίσουμε ότι δεν υπάρχουν εργοστασιακά κατασκευασμένα πυρομαχικά με πλαστικά σκάγια. Η λαϊκή έκφραση αναφέρεται στη χειροποίητη γέμιση, όπως αναφέρεται και στα γεμισμένα με χοντρό αλάτι «αλατοφύσιγγα», τα οποία είναι παράνομα αλλά και μη ασφαλή γόμωση. Αν πυροδοτήσουμε τέτοιου είδους πλαστικά βλήματα - σκάγια, αφενός θα έχουμε διάτρηση στο σώμα αφετέρου θα ήταν πιθανή η διάσπασή τους μέσα στα ζωτικά όργανα, κάτι που θα καθιστούσε τρομερά δύσκολη κάθε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεσή τους. Γι' αυτό, σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να τα ονομάσουμε μη θανατηφόρα.
Υπάρχουν αμέτρητες επιλογές γομώσεων από ελαφριές για σκοποβολή Σκήτ και Τραπ των 24 & 28 γραμμαρίων, τα καθαρά κυνηγετικά για πουλιά, λαγό από #11 έως #2 και τα «δράμια» δηλαδή τα βόλια σε 24βολα, 16βολα, 12βολα, 9βολα και τα μονόβολα για τριχωτό θήραμα, αγριογούρουνα τα οποία ενδείκνυνται και για αμυντική χρήση.

Το λειόκαννο στην αυτοάμυνα

Αφού αναλύσαμε τα χαρακτηριστικά, το μηχανισμό λειτουργίας και τα πυρομαχικά της "χράπα-χρούπα", είναι ώρα να δούμε και τις ικανότητές της και το ρόλο της ως όπλο αυτοάμυνας. Μερικές από τις ερωτήσεις που χρήζουν απάντησης πριν την αγορά ενός όπλου για αυτοάμυνα είναι οι εξής: Ποια είναι και μέχρι πού φτάνει η αμυντική, δηλαδή η νόμιμη χρήση του όπλου από έναν πολίτη μέσα στην οικία του, για να αντιμετωπίσει έναν ένοπλο εγκληματία; Ποια περιθώρια έχει και πώς θα μπορέσει να το χρησιμοποιήσει για να σώσει τη ζωή του, την οικογένειά του και την περιουσία του; Πόσο αποτελεσματικό είναι ένα τουφέκι μέσα στο σπίτι; Καλύπτεται και σε ποιο βαθμό νομικά, σε περίπτωση που κάνει μια τέτοια χρήση; Ο υποψήφιος αγοραστής θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος να απαντήσει στην εξής ερώτηση που κάνουν σε όλα τα σοβαρά εκπαιδευτικά σεμινάρια που γίνονται στις Η.Π.Α.: "Είσαι έτοιμος να σκοτώσεις ή να σκοτωθείς;" Γιατί από την στιγμή που αποφασίζει κάποιος να αγοράσει όπλο και να αντιμετωπίσει τον εγκληματία, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά. Πόσο προετοιμασμένος είναι ώστε να μην καταρρεύσει ψυχολογικά πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το συμβάν; Πέραν των νομικών συνεπειών, θα πρέπει επίσης να σκεφτεί σοβαρά τις ψυχολογικές επιπτώσεις που θα είναι δυσβάσταχτες στο οικογενειακό, φιλικό και εργασιακό περιβάλλον του. Είναι προφανές ότι η κατοχή και χρήση ενός όπλου για αυτοάμυνα όταν παραστεί ανάγκη προϋποθέτει ότι έχουμε ήδη δώσει μία προσωπική μάχη με τον εαυτό μας και ότι μετά από πολλή σκέψη έχουμε δώσει απαντήσεις στα παραπάνω κρίσιμα ερωτήματα.

Αφού γίνει αυτό, θα πρέπει να σκεφτείτε ποιες προσαρμογές πρέπει να γίνουν μέσα στο σπίτι. Ποιες χωροταξικές αλλαγές θα χρειαστούν ώστε να αυξήσετε την ορατότητά σας στα ευάλωτα σημεία; Πόσο δύσκολος είναι ο χειρισμός ενός όπλου μέσα στο απόλυτο σκοτάδι; Ποια είναι τα αντανακλαστικά σας σε ένα απότομο ξύπνημα; Ποια πρέπει να είναι η νοοτροπία και η εκπαίδευση που πρέπει να έχουν λάβει τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας ώστε να υπάρξει μία ομοιογενής και, πρωτίστως, ασφαλής αντίδραση απ' όλους, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν μικρά παιδιά και τα δωμάτιά τους βρίσκονται ανάμεσα σε εμάς και τον δράστη;

Εφόσον έχουμε, έστω θεωρητικά, απαντήσει σ’ αυτά τα ζητήματα και έχουμε αναπτύξει κάποιον σχεδιασμό προχωράμε στην πιθανή χρήση όπλου ώστε να αποτραπεί η ενδεχόμενη εγκληματική πράξη εναντίον μας. Σε σεμινάριο εκπαιδευτών στις Η.Π.Α. στο αμυντικό λειόκαννο που παρακολούθησε ο υπογράφων οι αμερικάνοι δήλωσαν Ο χειρότερος και πιο τρομακτικός θόρυβος στο απόλυτο σκοτάδι είναι ο ήχος όπλισης κλείστρου μίας «χράπα - χρούπα». Εδώ να σημειώσουμε ότι εξαρτάται φυσικά και από το περιβάλλον που βρισκόμαστε, καθώς και από την απόσταση που μπορούμε να βάλλουμε κατά του αντίπαλου στόχου. Άλλες είναι οι αποστάσεις και οι παράμετροι ασφαλείας σε πυκνοκατοικημένες περιοχές και άλλες σε κατοικίες με υπαίθριους χώρους ή στα χωριά. Ακόμα και μέσα στην πόλη οι διαφορές μεταξύ διαμερίσματος πολυκατοικίας και μονοκατοικίας είναι μεγάλες και καθοριστικές για το αποτέλεσμα. Μέσα σε ένα διαμέρισμα, η χρήση κυνηγετικού φυσιγγίου για μεγάλα πουλιά, λαγό #5 - #4 είναι σαφέστατα ασφαλέστερη για τον περίγυρο, επειδή μειώνει στο ελάχιστο δυνατό την πιθανότητα διάτρησης και ατυχήματος, ενώ θα έχει επιτύχει τον σκοπό να τραυματίσει/αφοπλίσει τον αντίπαλό μας δράστη και να σταματήσει την εχθρική πράξη του εναντίον μας. Άποψη του γράφοντος είναι ότι μέσα σε διαμέρισμα, με ανώτερη απόσταση εμπλοκής τα 7 μέτρα, δεν απαιτείται ισχυρότερο φυσίγγιο από τα 24βολα, ακόμα και αν χρειαστεί να γίνει μερική διάτρηση επίπλων ή εμποδίων στο χώρο. Τα 9βολα ή μονόβολο δεν θα προσφέρουν τίποτα παραπάνω εκτός από υπερδιάτρηση και έκθεση σε κίνδυνο των συγκατοίκων ή ακόμα και των γειτόνων. Μην ξεχνάμε ότι το 9βολο έχει μέσα 9 σφαιρικά βλήματα, των (σχεδόν) 8 χιλιοστών έκαστο. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι βάλλεται ο αντίπαλος ταυτόχρονα με 9 σφαίρες των 7.65 χιλιοστών. Σ' αυτή την απόσταση έως 15 μέτρων ένα καλής ποιότητας πυρομαχικό προσφέρει μία σφιχτή συγκέντρωση όσο ολόκληρη η θωρακική χώρα. Τα πολλαπλά τραύματα σε ζωτικά όργανα θα είναι φονικά και πρέπει να έχουμε σκεφτεί από πριν τον παράγοντα του δικαστηρίου και των νόμων. Φανταστείτε ότι το περίφημο πιστόλι του Τζέημς Μποντ, Walther PPK, έχει ακριβώς αυτό το διαμέτρημα 32 acp – 7.65 mm. Το ισχυρότερο φυσίγγιο δεν αποτελεί πανάκεια και ούτε φυσικά είναι εύκολο για το μέσο χρήστη, λόγω ανάκρουσης. Λόγω διαφορετικής σωματικής διάπλασης, μυϊκής δύναμης ή ικανότητας δεν μπορούν όλοι να χρησιμοποιούν τα ισχυρότερα πυρομαχικά, ούτε είναι αναγκαίο!

Η απαραίτητη εκπαίδευση

Η σωστή και αποτελεσματική χρήση του όπλου για αυτοάμυνα είναι καθοριστικός παράγοντας επιβίωσης. Η σωστή και γρήγορη σκόπευση είναι αυτή που θα επιφέρει το αποτέλεσμα. Κι αυτό επιτυγχάνεται μόνο μέσω συνεχούς και σοβαρής προπόνησης στο σκοπευτήριο. Μία καλή κυνηγετική εμπειρία είναι πάντοτε καλοδεχούμενη, όμως το μόνο που μπορεί να προσφέρει είναι η γρήγορη επώμιση και η σωστή σκόπευση και οι παράγοντες αυτοί δεν είναι αρκετοί για την αυτοάμυνά μας, η οποία προϋποθέτει και τη σωστή στρατηγική.

Και εδώ μόλις ανοίξαμε το μεγάλο κεφάλαιο της σωστής εκμάθησης και εκπαίδευσης στο Σκοπευτήριο.
Νομικά στην Ελλάδα απαγορεύεται η εκπαίδευση στα όπλα για αμυντική χρήση! Επιτρέπεται μόνο για αθλητικούς σκοπούς, στο αγώνισμα της σκοποβολής. Δυστυχώς, όμως, οι έννοιες αθλητικής σκοποβολής και αμυντικής χρήσης-αυτοάμυνας είναι αλληλοσυγκρουόμενες: Πολλά από αυτά που θα διδαχθεί ο αθλητής σκοπευτής στο αγώνισμα της πρακτικής σκοποβολής με λειόκαννο θα θέσουν την ζωή του σε άμεσο κίνδυνο όταν παραστεί ανάγκη να χρησιμοποιήσει το όπλο αυτό για αυτοάμυνα. Για παράδειγμα, στην αγωνιστική σκοποβολή οι αθλητές έχοντας αντίπαλο το χρονόμετρο τρέχουν πλησιάζοντας και πυροβολώντας τον χάρτινο στόχο όσο πιο γρήγορα μπορούν. Αντίθετα, στην αυτοάμυνα ο βασικότερος κανόνας είναι να δημιουργήσουμε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση από την απειλή. Θα πρέπει πρωτίστως να καλυφθούμε, συνήθως βαδίζοντας προς τα πίσω ή υπό γωνίες στην πλησιέστερη και καλύτερη ασφαλή θέση και μετά να ανταποδώσουμε τα πυρά, αν αυτό είναι εφικτό. Επειδή τώρα το ανθρώπινο σώμα μπαίνει ενστικτωδώς σε κατάσταση "ασφαλούς λειτουργίας" όταν απειλείται - δηλαδή τα αντανακλαστικά μας λειτουργούν μηχανικά, με τον τρόπο που τα εκπαιδεύσαμε και οι μύες κάνουν τις κινήσεις που έχουν συνηθίσει να κάνουν - το μυαλό δεν θα έχει τη χρονική ευχέρεια να επιλέξει μία διαφορετική τακτική τα κρίσιμα δευτερόλεπτα μίας μάχης. Οπότε αντί να καλυφθεί, ένας καλά εκπαιδευμένος αθλητής σκοποβολής θα τρέξει καταπάνω στην απειλή.

Με ποιο τρόπο μπορεί κάποιος να ξεπεράσει αυτό το "εμπόδιο"; Προτείνουμε μία εφικτή και απολύτως εντός των νομίμων ορίων λύση: Ο υποψήφιος αγοραστής - χρήστης μέσα στο ασφαλές περιβάλλον του Σκοπευτηρίου και χρησιμοποιώντας το λειόκαννο σε σταθερό στόχο να προπονηθεί αρκετά στη σωστή επώμιση και σκόπευση, ενώ μέσα από προπονήσεις Πρακτικής Σκοποβολής να συνηθίσει την κίνηση και τη γρήγορη επαναγέμιση του τυφεκίου. Μ' αυτόν τον τρόπο, θα αποκτήσει πολύτιμες γνώσεις και εμπειρία και από το στάδιο αυτό και πέρα η τελειοποίησή του θα εξαρτηθεί από την εξατομίκευση της προπόνησης στο δικό του χώρο τόσο με ξηρά προπόνηση όσο και με συγκεκριμένους βηματισμούς χωροταξικά, ώστε να αναπτύξει τη δική του στρατηγική αντιμετώπισης κάθε πιθανού εισβολέα.

Φύλαξη

Ένα επίσης σημαντικό κομμάτι είναι αυτό της φύλαξης του όπλου. Ο νόμος, αναφερόμενος ίσως προληπτικά σε ενδεχόμενο ατύχημα από τους υπόλοιπους ενοίκους (οικογένεια, παιδιά), ορίζει ότι το όπλο πρέπει να φυλάσσεται ξεχωριστά από τα πυρομαχικά. Καταρχήν να πούμε ότι ο νόμος περί αγοράς και κατοχής λειόκαννων όπλων είναι λάθος κι εξαρχής λείαν «επικίνδυνος». Το ίδιο το κράτος παραδέχεται μέσω αυτού ότι δεν απαιτεί από τον υποψήφιο καμία πιστοποίηση εκπαίδευσης ( ουσιαστικά, μόνο ποινικό μητρώο και γνωμάτευση παθολόγου ιατρού). Και δυστυχώς, λόγω πλημμελούς φύλαξης, συχνά θρηνούμε θύματα, συνήθως παιδιά - όχι μόνο απλών πολιτών αλλά και αστυνομικών! - τα οποία αυτοτραυματίζονται ή τραυματίζουν συγγενικά τους πρόσωπα. Αιτία η ανευθυνότητα του κατόχου του όπλου και η παντελής έλλειψη παιδείας στα θέματα του ασφαλούς χειρισμού αλλά και της ύπαρξης ενός όπλου στον χώρο.

Αλλά η συγκεκριμένη διάταξη του νόμου που ορίζει, για προληπτικούς λόγους, τα της φύλαξης του όπλου, καθιστά αδύνατη την άμεση πρόσβασή μας σε ένα γεμάτο όπλο τη στιγμή ακριβώς που το χρειαζόμαστε. Γι' αυτό, όλα έχουν να κάνουν με τη σωστή νοοτροπία και τις αλλαγές και βελτιώσεις που θα χρειαστεί να κάνει κάποιος πριν ακόμα αποκτήσει όπλο. Η σωστή παιδεία και η προσαρμογή όλων των μελών της οικογένειας μέσω συζήτησης και εκμάθησης των βασικών κανόνων ασφαλείας είναι καθοριστικοί παράγοντες. Ο ημιμαθής που αποκτά λανθασμένη σιγουριά θα είναι πάντοτε επικίνδυνος είτε οδηγεί αυτοκίνητο είτε χειρίζεται όπλο. Όταν υπάρχει σεβασμός στο όπλο και όχι φόβος, υπέρ-ενθουσιασμός, άγνοια ή παραμερισμός κινδύνου, τότε δεν θα υπάρχει κανένα πρόβλημα.
Από την στιγμή λοιπόν που κάποιος θέλει να προμηθευτεί νόμιμα ένα όπλο για την αυτοάμυνά του καλό είναι να μάθει να το χειρίζεται όσο το δυνατόν καλύτερα. Ο γράφων θα προτιμούσε να έχει για γείτονα κάποιον που να ξέρει να χειρίζεται άριστα ένα όπλο με ελαφριά φυσίγγια για πουλιά ή πήλινους στόχους παρά κάποιον που μόλις βγήκε από το οπλοπωλείο με δώρο ένα κουτί μάγκνουμ που δεν έχει χρησιμοποιήσει ποτέ και περιμένει τον κλέφτη να του αποδείξει πόσο ισχυρό είναι...

ΟΔΗΓΟΣ ΑΓΟΡΑΣ

Ας δούμε αναλυτικά τις επιλογές και τα μοντέλα που προσφέρει η ελληνική αγορά, η οποία αν και επί το πλείστον κυνηγετική τα τελευταία χρόνια διαθέτει μοντέλα των περισσότερων εταιρειών του χώρου και αρκετά μεγάλη γκάμα προϊόντων, λόγω σκοπευτικής αλλά και αμυντικής ζήτησης. Άλλωστε τα επαναληπτικά λειόκαννα είναι από τις φθηνότερες επιλογές της αγοράς. Το μικρότερο κόστος τους οφείλεται λόγω στην απλότητα του μηχανισμού και στα υλικά κατασκευής τα οποία είναι συνήθως πλαστικά που πλεονεκτούν στη συγκεκριμένη χρήση και όχι ακριβά ξύλα ή σκαλίσματα που συναντάμε στα ημιαυτόματα. Η διαφορά τιμής είναι σχεδόν 50% στις μεταξύ τους κατηγορίες.

Τα διαθέσιμα μοντέλα προέρχονται από κατασκευαστές-θρύλους, καθώς και από εξαγορασμένες εταιρείες των ίδιων για μικρότερο κόστος. Την τελευταία εικοσαετία τέτοιου είδους όπλα υπάρχουν στις γραμμές παραγωγής όλων των εργοστασίων, ιδιαίτερα των ευρωπαϊκών, τα οποία "σπάνε" το παραδοσιακό μονοπώλιο των Αμερικανών κατασκευαστών στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Μάλιστα, δύο ευρωπαϊκά εργοστάσια προχώρησαν τεχνολογικά ένα βήμα μπροστά και έφτιαξαν τη μέση λύση ή "χρυσή τομή" των δύο κόσμων, την για πολλούς απόλυτη κατασκευή: Τα μοντέλα Benelli M3 και Franchi SPAS 12 αποτελούν υβριδικό σύστημα όπλου που μπορεί να είναι, κατ’ επιλογή του χρήστη, ημιαυτόματο και επαναληπτικό.

Από τους παραδοσιακούς Αμερικανούς κατασκευαστές υπάρχουν μοντέλα εισαγωγικού επιπέδου, όπως η Maverick 88 με τιμή κοντά στα 350 ευρώ, η Winchester SXP και οι δύο θρύλοι ανταγωνιστές Remington 870 και η σειρά 500 της Mossberg με την 590 σε διάφορες εκδόσεις να αποτελούν τις κορυφαίες εκδόσεις με τιμές περίπου 600 ευρώ.
Από Ευρωπαίους κατασκευαστές, υπάρχουν μοντέλα της Benelli, της Browning της Franchi και της Fabarm.

Δεν θα μπορούσαμε να μην αναφέρουμε και τα ανώτερης ποιότητας, ειδικά τροποποιημένα (customized) μοντέλα δύο αμερικανικών οίκων, του Wilson Combat και του Vang Comp, τα οποία μπορούν να έρθουν κατόπιν ειδικής παραγγελίας. Οι συγκεκριμένοι οίκοι είναι κορυφές στο χώρο και εισήγαγαν ουσιαστικές καινοτομίες στα λειόκαννα. Η Vang Comp με το porting (μικρές αντιδιαμετρικές τρύπες) στην κάννη ουσιαστικά κατόρθωσε να κάνει το όπλο φιλικότερο μιας και μείωσε την ανάκρουση και διόρθωσε την ευθυβολία του. Ηταν μία τόσο επιτυχημένη καινοτομία ώστε πλέον έχει αντιγραφεί ευρέως από πολλά εργοστάσια. Οσο για την Wilson Combat, πέτυχε μέχρι και την αλλαγή ονόματος, επαναπροσδιορίζοντας την αμυντική κατηγορία και ονομάζοντάς τα Scatterguns. Μοντέλα και των δύο εταιρειών βλέπετε στο φωτογραφικό μας υλικό. 

Αξεσουάρ

Όπως είναι αναμενόμενο, αυτό το είδος όπλων έχει ανεξάντλητη ποικιλία αξεσουάρ. Πολλά από αυτά υπάρχουν και στην Ελλάδα (όσα δεν απαγορεύονται από τους γνωστής ελληνικής "νοοτροπίας" νόμους). Εδώ θα παραθέσουμε κάποια ώστε να δούμε την πρακτική χρησιμότητά τους στην αυτοάμυνα.
Ξεκινώντας από το κοντάκι, όπως βλέπετε και στη φωτογραφία, ο νόμος απαγορεύει οποιαδήποτε αναδιπλούμενη μορφή του, καθώς και τα κοντάκια ρυθμιζόμενου μήκους, ώστε να τηρηθεί η προϋπόθεση του συνολικού μήκους στο ένα μέτρο. Έχουμε σοβαρές ενστάσεις και για τις δύο απαγορεύσεις. Για τη μεν αναδίπλωση, η απαγόρευσή της για λόγους φορητότητας και ευκολότερης απόκρυψης μάλλον δεν ισχύει, αφού ο ξεχωριστός ήχος που γίνεται αντιληπτός σε τουλάχιστον 6 οικοδομικά τετράγωνα είναι από μόνος του αποτρεπτικός για τους επίδοξους εγκληματίες. Όσο για το ρυθμιζόμενο μήκος, αποτελεί το μεγαλύτερο λάθος του νομοθέτη μιας και βασικός παράγοντας χρηστικότητας του όπλου είναι αυτό να έρθει στα μέτρα του χρήστη για ευκολότερη και ασφαλέστερη λειτουργία. Είναι δηλαδή σαν να απαγορεύεις τη ρύθμιση του μήκους του καθίσματος του οδηγού στα αυτοκίνητα!

Ένα επίσης σοβαρότατο θέμα είναι και η απαγόρευση της ενσωμάτωσης φακού πάνω σε οποιαδήποτε όπλο ως «μη κυνηγετικό» αξεσουάρ μιας και το κυνήγι απαγορεύεται μετά την δύση του ηλίου. Και εδώ έχουμε μία «γκρίζα» ζώνη από νομικής πλευράς, γιατί ο χειροφυλακτήρας με υποδοχή για φακό, καθώς και ο οποιοσδήποτε προσαρμόσιμος στο όπλο φακός εισάγονται κανονικά, οπότε είναι εύκολο να το «συναρμολογήσει» κάποιος και να το τοποθετήσει στο όπλο του. Τα τελευταία 10 χρόνια ο φακός είναι πανταχού παρών σε όλα τα όπλα. Αλλά αυτό που λόγω έλλειψης σωστής εκπαίδευσης αναζητούν οι υποψήφιοι αγοραστές ή ιδιοκτήτες όπλων, μπορεί να λειτουργήσει εις βάρος τους κατά τη χρήση του όπλου για αυτοάμυνα. Ένας φακός προσαρμοσμένος πάνω στο όπλο θα επιφέρει θανατηφόρα αποτελέσματα στο χρήστη του, γιατί καταργεί το βασικό κανόνα ασφαλείας που θέλει την κάννη να μην περιγράφει- σημαδεύει ποτέ οτιδήποτε δεν θέλουμε να πυροβολήσουμε! Πρακτικά, φωτίζουμε ότι είναι σκοτεινό και ταυτόχρονα το σημαδεύουμε με ορατό τον κίνδυνο ατυχήματος πάνω στον πανικό (π.χ. άνοιγμα πόρτας ή εμφάνιση μέλους της οικογένειας λόγω του θορύβου από τη διάρρηξη κ.λπ.). Επιπλέον, ο φακός έλκει τα εχθρικά πυρά (είναι bulletcatcher, κατά την αμερικανική έκφραση): Ο αντίπαλος θα σημαδέψει περιμετρικά στην πηγή φωτός και θα μας εξουδετερώσει! Ενσωμάτωση φακού σε όπλο ενδείκνυται μόνο σε επιθετικές ενέργειες κρατικών υπηρεσιών ασφάλειας και άμυνας (π.χ. ειδικές δυνάμεις στρατού και αστυνομίας) και όχι σε αμυντικά σενάρια χρήσης. Σε όλα τα αμυντικά σενάρια, ιδιαίτερα στην αυτοάμυνα, ο φακός πρέπει να είναι ανεξάρτητος από το όπλο και μακριά από το κέντρο του σώματος. Τον ρολάρουμε με το πόδι στην κατεύθυνση που θέλουμε φωτισμό για να αποφύγουμε τυχόν εχθρικά πυρά. Ο καθένας μπορεί να βρει τα ευάλωτα σκοτεινά σημεία του χώρου και να εφαρμόσει μία άλλη λύση, αντί για την ενσωμάτωση φακού στο όπλο.

Ένα άλλο αξεσουάρ είναι ο αορτήρας. Ενδείκνυται όλα τα όπλα για να μετακινούνται ευκολότερα να έχουν κάποιου είδους αορτήρα. Η χρήση αορτήρα μέσα στην οικία κατά τη διάρκεια της νύχτας πιθανόν να περιπλέξει τα πράγματα αλλά η τελική επιλογή είναι καθαρά υποκειμενική, ενώ εξαρτάται και από την εκπαίδευση που θα λάβει ο χρήστης.

Μιλώντας για εκπαίδευση και για την εξατομίκευσή της στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε χρήστη μέσω ξηράς προπόνησης, ένα ιδιαίτερα χρήσιμο αξεσουάρ είναι το φυσίγγιο με το εσωτερικό ελατήριο. Σκοπός του είναι η αποφυγή ζημιάς στη βελόνα – επικρουστήρα, ώστε να μπορεί να κάνει ο χρήστης ξηρά προπόνηση.

Σημαντικό αξεσουάρ είναι και η αναβάθμιση του εμπρόσθιου σκοπευτικού. Αν το λειόκαννό μας διαθέτει εξαρχής το καθαρά κυνηγετικό σκοπευτικό, η αλλαγή του με κάποιο οπτικής ίνας σε διάφορους χρωματισμούς ή σε εμπρόσθιο σκοπευτικό λεπίδας θα κάνει ευκολότερη τη σκόπευση.

Σε κάθε περίπτωση, τα αξεσουάρ είναι για να κάνουν τη ζωή του χρήστη ευκολότερη ή τουλάχιστον γι' αυτό διαφημίζονται. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή να διαλέξουμε αυτά που καλύπτουν τις πραγματικές ανάγκες μας, εφόσον η στάνταρ εκδοχή του όπλου μάς προβληματίζει. Δυστυχώς πολλές φορές χάριν διαφήμισης και πωλήσεων τα αξεσουάρ απλά προσφέρουν λύσεις σε προβλήματα που δεν υπάρχουν. Επαναλαμβάνουμε ότι η επιλογή λειόκαννου όπως και των αξεσουάρ του είναι καθαρά υποκειμενικό θέμα συγκεκριμένων αναγκών, οπότε εναπόκειται στον εκάστοτε ενδιαφερόμενο να βρει μέσα από τη μεγάλη ποικιλία λύσεων, το συνδυασμό που πληροί τις ανάγκες του. Μην ξεχνάμε ότι η αγορά του λειόκαννου είναι μόνο η αρχή. Η συνεχής εκπαίδευση στο ασφαλές περιβάλλον του Σκοπευτηρίου , οι προσαρμογές του χώρου μας και η ανάπτυξη μίας εξατομικευμένης στρατηγικής είναι τα στοιχεία που θα μας δώσουν την ικανότητα να το χειριστούμε σωστά, όταν παραστεί ανάγκη.


Έκδοση Αδείας Κατοχής Κυνηγετικών Όπλων (άρθρο 8 παρ. 1 Ν. 2168/1993) 

Απαιτούμενα δικαιολογητικά:
1. Αίτηση του ενδιαφερομένου, μετά των προβλεπομένων κάθε φορά από τις ισχύουσες διατάξεις ενσημοχαρτοσήμων.
2. Τιμολόγιο αγοράς από έμπορο της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, από το οποίο να προκύπτει η νόμιμη προέλευση του συγκεκριμένου κυνηγετικού όπλου ή ανταλλακτικής κάννης αυτού, ή υπεύθυνη δήλωση του πωλητή, εφόσον η αγορά πραγματοποιήθηκε από ιδιώτη, με την απαραίτητη υποβολή στην περίπτωση αυτή της άδειας κατοχής ή του δελτίου κατοχής του συγκεκριμένου όπλου.
Εφόσον δεν υπάρχει άδεια ή δελτίο κατοχής, ο πωλητής αναφέρει στην ως άνω δήλωσή του την πηγή προέλευσης του συγκεκριμένου όπλου.
3. Υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 του ενδιαφερομένου ότι δεν εμπίπτει στις απαγορευτικές διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 2168/1993.
Στην ίδια δήλωση αναφέρεται πόσα ακόμη κυνηγετικά όπλα κατέχει ο δηλών, ως και ότι το προς αγορά όπλο πληροί τις αναφερόμενες στο άρθρο 1 παρ. 1 εδάφ. β΄ του Ν. 2168/1993 προϋποθέσεις.
4. Ιατρικό πιστοποιητικό από ιατρό νευρολόγο-ψυχίατρο ή παθολόγο, από το οποίο να προκύπτει η κατάσταση της ψυχικής υγείας του ενδιαφερομένου.
5. Αντίγραφο ποινικού μητρώου δικαστικής ή γενικής χρήσης (άρθρο 577 Κ.Π.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του Ν. 1805 /1988)
6. Δύο (2) πρόσφατες φωτογραφίες.
Για χορήγηση άδειας κατοχής κυνηγετικού όπλου σε άτομα που έχουν ήδη εφοδιασθεί με άδεια αγοράς του συγκεκριμένου όπλου, δεν απαιτείται Υπεύθυνη δήλωση Ν. 1599/1986, Ιατρικό πιστοποιητικό και αντίγραφο ποινικού μητρώου δικαστικής ή γενικής χρήσης.
Δεν απαιτείται επίσης ιατρικό πιστοποιητικό και αντίγραφο ποινικού μητρώου για τη χορήγηση άδειας κατοχής κυνηγετικού όπλου, εφόσον ο ενδιαφερόμενος έχει εφοδιασθεί με άδεια κατοχής άλλου κυνηγετικού όπλου και δεν έχει παρέλθει τριετία από την ημερομηνία χορήγησης της άδειας αυτής.

ΠΗΓΗ : http://kostasxan.blogspot.gr/2012/11/blog-post_1448.html
Το είδαμε την : Τρίτη, Νοεμβρίου 13, 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου